βιβλιοκρισία


βιβλιοκρισία
[вивлиокрисиа] ουσ. θ. критика (книг),

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βιβλιοκρισία" в других словарях:

  • βιβλιοκρισία — η η κριτική για κάποιο βιβλίο λογοτεχνικό ή επιστημονικό που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό: Η βιβλιοκρισία που έγινε για το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα ήταν ιδιαίτερα δυσμενής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιβλιοκρισία — η κριτική αξιολόγηση, δημοσιευμένη σε περιοδικό, εφημερίδα ή αυτοτελώς, βιβλίου, πραγματείας ή άρθρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλίο(ν) + κρισία < κρίνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στο Γαλλοελληνικό Λεξικό των Σχινά Λεβαδέως] …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοκριτικός — ή, ό 1. αυτός που έχει σχέση με το βιβλιοκρίτη ή τη βιβλιοκρισία: Στην εφημερίδα υπάρχει ειδική βιβλιοκριτική στήλη. 2. το θηλ. ως ουσ., βιβλιοκριτική η βιβλιοκρισία. 3. το ουδ. ως ουσ., βιβλιοκριτικά η αμοιβή που παίρνει ο συντάκτης της… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιβλίο — Σύνολο φύλλων χαρτιού, περγαμηνής ή άλλου υλικού, τυπωμένων ή χειρόγραφων, δεμένων μαζί ώστε να αποτελούν έναν τόμο, προορισμένο για κυκλοφορία. Η ιστορία του β. καλύπτει μια περίοδο πάνω από 5.000 ετών και είναι κατά μεγάλο μέρος ιστορία του… …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοκριτής — ο 1. ειδικός στη βιβλιοκρισία 2. μέλος επιτροπής κρίσης βιβλίων …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοκριτικός — ή, ό ο σχετικός με τη βιβλιοκρισία. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλιοκριτής. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στον Ν. Σ. Ρίζου] …   Dictionary of Greek

  • ευφημιστικός — ή, ό [ευφημιστής] 1. αυτός που γίνεται για ευφημία κάποιου, ο εγκωμιαστικός, ο επαινετικός («ευφημιστική βιβλιοκρισία») 2. αυτός που χρησιμοποιείται κατ ευφημισμόν («ευφημιστικός χαρακτηρισμός»). επίρρ... ευφημιστικώς και ά 1. κατά τρόπο… …   Dictionary of Greek